20/3/07

Χωροταξικός και αναπτυξιακός σχεδιασμός: Συμβατότητες και ανατροπές

Εισήγηση της αρχιτεκτόνισας Βάννας Σφακιανάκη στην ημερίδα ΒΙΩΣΙΜΗ ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΤΟΥ ΝΟΤΟΥ: ΟΡΑΜΑ ή ΟΥΤΟΠΙΑ, Βώρροι 18 -3 -2007 που διοργανώθηκε από την Κίνηση Πολιτών Μεσσαράς για το Περιβάλλον και την Οικολογική Παρέμβαση Ηρακλείου.

Χωροταξικός και αναπτυξιακός σχεδιασμός: Συμβατότητες και ανατροπές

Βάννα Σφακιανάκη
Αρχιτέκτων

Στη χώρα μας ο αναπτυξιακός προγραμματισμός και ο χωροταξικός σχεδιασμός, είναι έννοιες συνταγματικά κατοχυρωμένες (άρθρο 24) και αποτελούν υποχρεώσεις του κράτους. Ο τρόπος όμως που ασκούνται μέχρι σήμερα έχει επιφέρει ανυπολόγιστες συνέπειες για τη χώρα, τους πολίτες, το φυσικό και δομημένο περιβάλλον.

Αναπτυξιακός προγραμματισμός σημαίνει υιοθέτηση επιθυμητού μοντέλου ανάπτυξης με πλατειά δημόσια συμμετοχή και ανάλυση πραγματικών δεδομένων και διαμόρφωση πολιτικής για την υλοποίηση αυτού του μοντέλου μέσα από ενέργειες, έργα και κίνητρα που θα στηρίζουν και θα προάγουν την επίτευξη των στόχων που έχουν ήδη προκριθεί.

Είναι αυτονόητο ότι η ανάπτυξη γίνεται πάνω στο χώρο, από και για τους ανθρώπους που τον κατοικούν. Κατά συνέπεια ο αναπτυξιακός προγραμματισμός και ο σχεδιασμός του χώρου είναι έννοιες άρρηκτα δεμένες μεταξύ τους. Αυτό το αυτονόητο όμως δεν είναι αυτονόητο για όλους. Στο θεσμικό μας πλαίσιο δεν υπάρχει καμία υποχρέωση σύνδεσης του αναπτυξιακού προγραμματισμού με το χωροταξικό σχεδιασμό. Χωροταξικά σχέδια θεσμοθετημένα δεν υπήρξαν μέχρι το 2003, οπότε και εγκρίθηκαν τα Πλαίσια Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης των Περιφερειών της χώρας. Σε εθνικό επίπεδο έχει εγκριθεί μέχρι τώρα μόνο ένα Ειδικό Πλαίσιο, αυτό που αφορά στους χώρους κράτησης!

Αναπτυξιακά προγράμματα συντάσσονται στη χώρα μας από το 1947. Παρά το γεγονός ότι από τις αρχές του 20ου αιώνα έχουν διατυπωθεί σε επιστημονικό επίπεδο οι αρχές που πρέπει να διέπουν τον αναπτυξιακό και χωροταξικό σχεδιασμό και στην Ελλάδα τουλάχιστον από τη δεκαετία του ΄60, οι αρχές αυτές στη χώρα μας δεν εφαρμόζονται. Οι ανισορροπίες στην ανάπτυξη, η αναρχία στο χώρο, οι συγκρούσεις χρήσεων γης, η καταστροφή φυσικών οικοσυστημάτων, πόρων και πολιτιστικών θησαυρών αποτελούν αδιάψευστες μαρτυρίες.

Πριν, αλλά και μετά από τη διατύπωση του  ορισμού της αειφόρου ή βιώσιμης ανάπτυξης το 1987 στην Έκθεση Brundtland «Το κοινό μας μέλλον», ότι δηλαδή για να υπάρχει πρέπει να βρίσκονται σε ισορροπία μεταξύ τους η ανάπτυξη της οικονομίας, η προστασία του περιβάλλοντος και η ευημερία της κοινωνίας, οι στόχοι πολιτικής συνοψιζόταν και συνοψίζονται, παρά της αντίθετες διακηρύξεις, στον εξής ένα: την ανάπτυξη της οικονομίας. Όμως και αυτός ο στόχος δεν επιτυγχάνεται και o βασικότερος λόγος είναι ότι ανάπτυξη δεν μπορεί να υπάρχει μέσα από αναρχία στο χώρο, καταστροφή του περιβάλλοντος και μακριά από τις ανάγκες και την ουσιαστική συμμετοχή της κοινωνίας.

Τις τελευταίες δεκαετίες ο αναπτυξιακός προγραμματισμός στη χώρα μας καθορίζεται από τα Κοινοτικά Πλαίσια Στήριξης. Οι κεντρικοί στόχοι πολιτικής για όλες της προγραμματικές περιόδους καθορίζονται από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Στα πλαίσια της πολιτικής αυτής τα κράτη - μέλη μπορούσαν και μπορούν να κινηθούν με αυτόνομους σχεδιασμούς, να διαπραγματευτούν τις προτεραιότητές τους και να δεσμευτούν ότι θα αξιολογήσουν τα αποτελέσματα που θα προκύψουν απο την υλοποίηση των εθνικών πολιτικών. Με τί εφόδια, με ποιό μοντέλο ανάπτυξης διαμορφωμένο μέσα από αναπτυξιακό προγραμματισμό και χωροταξικό σχεδιασμό πήγε η χώρα μας σε αυτές τις διαπραγματεύσεις και με ποιό σχεδιασμό πάει και σήμερα να διεκδικήσει πόρους για την ανάπτυξη;

Στη χώρα μας σχεδιάζει η κεντρική διοίκηση. Το μεγαλύτερο από τα επιχειρήματά της για την αναγκαιότητα αυτή αποτελεί ότι μπορεί μόνο αυτή να «δει» συνολικά και σφαιρικά τα θέματα της ανάπτυξης. Παρ΄όλα αυτά το κάθε υπουργείο σχεδιάζει –ή δε σχεδιάζει- το δικό του τομέα χωρίς να συνεργάζεται με τα υπόλοιπα και κανένα από αυτά δεν σχεδιάζει την περιφερειακή ανάπτυξη. Για την κεντρική διοίκηση ούτως ή άλλως περιφερειακή ανάπτυξη έχει αποδειχθεί ότι δεν σημαίνει ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων της περιφέρειας αλλά αποκέντρωση και διασπορά επενδύσεων στην περιφέρεια με βασικά μέτρα πολιτικής τις επιδοτήσεις των εκάστοτε αναπτυξιακών νόμων.

Οι σχεδιασμοί της κεντρικής διοίκησης, επί δεκαετίες ήταν σχεδιασμοί που, με πρόσχημα την ανάγκη, υλοποιούσαν πολιτική  μη παρέμβασης –ουσιαστικά διευκόλυνσης- στις πρωτοβουλίες μεγάλων και μικρών επενδυτών. Οι σχεδιασμοί αυτοί δεν έφεραν στην περιφέρεια ούτε ισορροπία στην ανάπτυξη, ούτε τάξη στο χώρο, ούτε έργα υποδομής που να στηρίζουν την περιφερειακή ανάπτυξη, κυρίως όμως δεν έφεραν κατευθύνσεις και κίνητρα στους τοπικούς παραγωγούς όλων των δραστηριοτήτων της οικονομίας για τον τρόπο που θα μπορούσαν να κινηθούν έτσι ώστε να ωφεληθούν οι ίδιοι, αλλά και ο τόπος συνολικά. Η εικόνα του σήμερα στην οικονομία και το χώρο είναι προϊόν των χειρισμών αυτών και, με αυτή την έννοια, για την εικόνα αυτή ευθύνεται κυρίως η κεντρική διοίκηση που τη δημιούργησε. Παρ΄όλα αυτά ούτε και σήμερα η πολιτεία  εμφανίζεται διαθέσιμη να αλλάξει κάτι. Αντίθετα, αξιοποιεί τα αρνητικά αυτά αποτελέσματα για να εμφανίσει μεγαλοεπενδυτές ως από μηχανής θεούς που θα ρυθμίσουν το χώρο αλλά και την οικονομία μέσα από ολοκληρωμένες παρεμβάσεις που όφειλε να έχει κάνει η ίδια  και που αποτελούν εδώ και καιρό αντικείμενο που μπορεί να χρηματοδοτηθεί από κοινοτικές ενισχύσεις.

Στον τομέα της αποκέντρωσης και αυτοδιοίκησης, ένα τοπίο που διαρκώς μεταβάλλεται, η έλλειψη αρμοδιοτήτων, πόρων αλλά και υποστηρικτικών μηχανισμών, δεν έχει επιτρέψει ούτε στην περιφέρεια να σχεδιάσει την ανάπτυξή της. Οι τοπικές κοινωνίες που βρίσκονται ανάμεσα  στις συμπληγάδες των μεταβολών που ραγδαία γίνονται σήμερα, προσπαθούν μέσα από διεργασίες σε τοπικό επίπεδο να διαμορφώνουν τα αιτήματά τους και να διεκδικούν τα έργα τους,  προσδιορίζοντας το δικό τους όραμα για την ανάπτυξη του τόπου τους. Αν η υιοθέτηση βιώσιμων μοντέλων ανάπτυξης  είναι δυνατή σήμερα από τις τοπικές κοινωνίες, δεν είναι το ίδιο απλή η υπέρβαση των εμποδίων για την υλοποίησή τους. Το βέβαιο όμως είναι ότι τα βιώσιμα μοντέλα ανάπτυξης όχι μόνο δεν αποτελούν ουτοπία αλλά μονόδρομο για τη διατήρηση των αξιών των τόπων και των ανθρώπων τους.

Κάθε τόπος προσδιορίζεται από τους ανθρώπους που τον κατοικούν, τις παραγωγικές τους δραστηριότητες, τα προϊόντα που παράγουν, τις τοπικές συνήθειες, καθώς και από την ιστορία του που αποτυπώνεται στο φυσικό του περιβάλλον, στα μνημεία του και στους οικισμούς του. Από το πνεύμα του τόπου που τον κάνει ξεχωριστό. Τα παραπάνω αποτελούν την ταυτότητα του τόπου και τα συγκριτικά του πλεονεκτήματα. Το μοντέλο ανάπτυξης ενός τόπου προκύπτει από τη μετάβαση του από το χθες στο σήμερα. Χαρακτηρίζεται δηλαδή και πρέπει να χαρακτηρίζεται από ιστορική συνέχεια. Νέα δεδομένα, και ευκαιρίες όταν εντάσσονται στην τοπική ανάπτυξη είναι απαραίτητο να λαμβάνουν υπόψη και να σέβονται την ιστορική αυτή συνέχεια γιατί ό,τι δεν συνδέεται οργανικά και λειτουργικά μαζί τους εγκυμονεί κινδύνους για τους τόπους και τις τοπικές κοινωνίες. Όλοι γνωρίζουμε τις συνέπειες από την αλόγιστη και άναρχη «ανάπτυξη» των τελευταίων δεκαετιών, που, αντί να αμβλύνει, όξυνε τις ανισότητες, που, αντί να αξιοποιήσει, σπατάλησε πολύτιμους πόρους, και αντί να αναδείξει ως συλλογικό αγαθό και βασικό συστατικό στοιχείο της ανάπτυξης το μεγαλύτερο από τα συγκριτικά πλεονεκτήματα του τόπου, το φυσικό περιβάλλον και το πολιτιστικό απόθεμα, το άφησε να καταστρέφεται σαν αυτό να αποτελούσε εμπόδιο για την ανάπτυξη!

Παρά την άρνηση της πολιτείας να σχεδιάσει με όρους  βιωσιμότητας, η Μεσαρά γνωρίζει εδώ και χρόνια ποιό είναι το μοντέλο ανάπτυξης που της ταιριάζει. Συζητήθηκε σε αναπτυξιακά συνέδρια, διατυπώθηκε  σε προγράμματα, αναλύθηκε σε μελέτες που ποτέ δε θεσμοθετήθηκαν. Από τη δεκαετία του ’80 η Μεσαρά προσδιόρισε και διεκδικεί τα μεγάλα έργα της που αποτελούν την προϋπόθεση για την άρση της ανισόρροπης ανάπτυξης στο νομό Ηρακλείου, με πρώτο και βασικό το οδικό δίκτυο, τα έργα ορθολογιστικής διαχείρισης του υδάτινου δυναμικού, την υποστήριξη της αγροτικής οικονομίας για παραγωγή ποιοτικών προϊόντων, για την τυποποίησή  αλλά και διοχέτευσή τους στις διεθνείς αγορές, την οργανωμένη αλλά απρόσκοπτη ανάπτυξη των οικισμών, τη δημιουργία οργανωμένου χώρου για την ανάπτυξη της βιοτεχνίας, τη συμπληρωματική ανάπτυξη που θα βασίζεται στον τουρισμό, τη χρήση του αεροδρομίου στο Τυμπάκι για πολιτικούς σκοπούς και τη διερεύνηση της δυνατότητας δημιουργίας λιμανιού στο νότο. Τα παραπάνω διατυπώθηκαν στο Αναπτυξιακό Συνέδριο του 1982. Στα συμπεράσματα του Συνεδρίου διατυπώθηκε ακόμα ότι η ανάπτυξη πρέπει να γίνει με διαφύλαξη της πολτιστικής κληρονομιάς και του φυσικού περιβάλλοντος. Τα επόμενα χρόνια νέες έννοιες ήλθαν να προσδιορίσουν και να εξειδικεύσουν τις παραπάνω κατευθύνσεις: για την αγροτική παραγωγή τα βιολογικά προϊόντα και τα προϊόντα με ονομασία προέλευσης, για τη σύνδεση του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος με τον τουρισμό τα αρχαιολογικά πάρκα, οι πολιτιστικές διαδρομές αλλά και η προβολή της κρητικής διατροφής κλπ. Έγιναν μήπως όλα τα παραπάνω κι αποτύχανε για να πρέπει να στραφούμε σήμερα σε «λύσεις» άλλες που με πιο πρόσφορο τρόπο προωθούν την ανάπτυξη; Ή μήπως ο τόπος υποβαθμίστηκε τόσο πολύ και οι άνθρωποί έφτασαν στην έσχατη εξαθλίωση, παράγοντες που θα δικαιολογούσαν σκέψεις για μοντέλα ανασυγκρότησης του χώρου και της κοινωνίας που δεν σέβονται την ιστορική συνέχεια επειδή αυτή ευθύνεται ότι έφερε τα πράγματα σε αδιέξοδο;

Το Πλαίσιο Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης της Περιφέρειας Κρήτης, το μοναδικό μετά από 40 χρόνια θεσμοθετημένο εργαλείο χωροταξικού σχεδιασμού για την Κρήτη (ΦΕΚ1486Β/2003), συντάχθηκε από ομάδα μελέτης διεπιστημονική, με συμμετοχή πολεοδόμων, ειδικών σε θέματα διαχείρισης και προστασίας περιβάλλοντος και περιφερειακής ανάπτυξης, συγκοινωνιολόγων, οικονομολόγων, βιολόγου και γεωλόγου. Το Χωροταξιακό Πλαίσιο έχει λάβει υπόψη όλες τις μελέτες αναπτυξιακού και χωροταξικού χαρακτήρα που έχουν προηγηθεί και στοχεύει στην προώθηση της αειφόρου, ισόρροπης και διαρκούς ανάπτυξης της Περιφέρειας, σύμφωνα με τις φυσικές, οικονομικές και κοινωνικές ιδιαιτερότητες της. Οι κατευθύνσεις του είναι δεσμευτικές για κάθε μελέτη πολεοδομικού σχεδιασμού που εκπονείται ή θα εκπονηθεί σε όλους τους Δήμους της Κρήτης.

Στο Χωροταξικό Πλαίσιο καταγράφεται και αξιολογείται η θέση της Περιφέρειας στο διεθνή και ευρωπαϊκό χώρο, αποτιμώνται οι χωρικές επιπτώσεις των ευρωπαϊκών, εθνικών και περιφερειακών πολιτικών και προγραμμάτων στο Επίπεδο της Περιφέρειας, προσδιορίζονται με προοπτική δεκαπέντε (15) ετών βασικές προτεραιότητες και οι στρατηγικές επιλογές  για την ολοκληρωμένη και αειφόρο ανάπτυξη του χώρου στο επίπεδο της Περιφέρειας, οι οποίες θα προωθούν την ισότιμη ένταξη της στον ευρύτερο διεθνή, ευρωπαϊκό και εθνικό χώρο. Σύμφωνα με το Περιφερειακό Πλαίσιο τα συγκριτικά πλεονεκτήματα της Κρήτης είναι τρία:

Αγροτικά προϊόντα

Φυσικό και πολιτιστικό κεφάλαιο

Ποιοτικός τουρισμός

Στο Περιφερειακό Πλαίσιο τονίζεται ότι ο βαθμός της θετικής απόδοσης των δράσεων και των παρεμβάσεων που έχουν γινει μέχρι σήμερα θα ήταν μεγαλύτερος εάν είχαν ουσιαστικά ενισχυθεί τα συγκριτικά πλεονεκτήματα της Κρήτης, δηλαδή η αξιοποίηση της γεωγραφικής της θέσης, η ανταγωνιστικότητα της παραδοσιακής αγροτικής οικονομίας, η προστασία και η ανάδειξη των φυσικών και πολιτιστικών πόρων και η περαιτέρω προώθηση της τεχνογνωσίας και της ερευνητικής υποδομής.

Έτσι οι αναφορές του Περιφερειακού Πλαισίου σε δράσεις, που πρέπει να ενσωματωθούν στις πολιτικές των Υπουργείων και των Δημοσίων Φορέων για:

• δημιουργία ή τόνωση υφισταμένων αξόνων ανάπτυξης με ανάπτυξη ευρύτερων δικτυώσεων στον Τομέα των Μεταφορών, με έμφαση στις θαλάσσιες συνδέσεις.

• ανάδειξη και αναβάθμιση του ρόλου της Κρήτης με την ανάπτυξη λειτουργιών "κέντρου" στη ΝΑ Μεσόγειο καθώς και "κόμβο" διεθνούς σημασίας αξόνων με κατεύθυνση Ανατολή - Δύση και Βορρά - Νότο στους τομείς της οικονομίας, του πολιτισμού και των επικοινωνιών.

• ανάπτυξη συνεργασιών με χώρες της ευρύτερης περιοχής της μεσογειακής λεκάνης και ειδικότερα με την Κύπρο, την Μέση Ανατολή και τη Βόρειο Αφρική δεν μπορούν να νοηθούν παρά μόνο συνδεδεμένες με τους ήδη ανεπτυγμένους τομείς της τοπικής οικονομίας και την περαιτέρω αξιοποίηση των συγκριτικών πλεονεκτημάτων του νησιού όπως αναλυτικά αναφέρονται στις προτάσεις για το Πρότυπο Χωρικής Ανάπτυξης της Κρήτης (Γ.1)

Στο Περιφερειακό πλαίσιο (Κεφ. Γ.3.5.3.) αναφέρεται ότι πρέπει να ενισχυθεί η ανταγωνιστικότητα των λιμανιών Ηρακλείου και Σούδας στην περιοχή της ΝΑ Μεσογείου, και  να χωροθετηθεί  η πύλη του Νότου. Στον πίνακα με τα προτεινόμενα λιμάνια διεθνούς εμβέλειας εμφανίζονται η Ιεράπετρα και το Τυμπάκι με χαρακτήρα επιβατικό – εμπορευματικό.

Σήμερα ένα υπουργείο, αρμόδιο για ένα μόνο τομέα της οικονομίας, το Υπουργείο Εμπορικής Ναυτιλίας,  έρχεται να ζητήσει από τη Μεσαρά να παραχωρήσει ζωτικό χώρο για την ανάπτυξη μιας νέας χρήσης, ένος κέντρου διαμετακόμισης προϊόντων τρίτων χωρών. Ο χώρος αυτός στο Περιφερειακό Πλαίσιο Χωροταξικού Σχεδιασμού σημειώνεται ως χώρος τουριστικής ανάπτυξης –από Μάταλα έως Φραγκοκάστελο- που πρέπει να ελεχθεί και να οργανωθεί. Επίσης σημειώνεται ως όριο της Ειδικής Χωροταξικής Μελέτης των νοτίων παραλίων του νομού Ρεθύμνης η οποία βρίσκεται υπό θεσμοθέτηση.

Πρόκειται, λοιπόν, για μια παρέμβαση που επιχειρεί να ανατρέψει το πρότυπο ανάπτυξης της περιοχής, εισάγοντας μια δραστηριότητα που δεν σχετίζεται με τον θεσμοθετημένο σχεδιασμό  ενώ πρόκειται για δραστηριότητα που:

• απαιτεί εκτεταμένες υποδομές που θα επιφέρουν εξαιρετικά σημαντικές μη αναστρέψιμες αλλοιώσεις στην περιοχή για την αποφυγή των οποίων εξετάζεται μόνο η ελαχιστοποίηση των επιπτώσεων και όχι το μηδενικό σενάριο, 

• υπόκειται στους κανόνες του διεθνούς εμπορίου και, παράλληλα, στους κανονισμούς της Ε.Ε. για τις θαλάσσιες μεταφορές, και τους όρους παροχής υπηρεσιών στα λιμάνια, με ό,τι ρίσκο αυτό συνεπάγεται για τους όρους άσκησής της και τη διάρκειά της,

• δεν έχει καν τεθεί και απαντηθεί το ερώτημα αν μπορεί ή και είναι σκόπιμο να αναληφθεί από άλλα λιμάνια της χώρας στα πλαίσια μιας εθνικής λιμενικής πολιτικής

ενώ, παράλληλα,

• ποτέ μέχρι σήμερα, δεν έχει διερευνηθεί η δυνατότητα και σκοπιμότητα δημιουργίας επιβατικού – τουριστικού λιμανιού συνδεδεμένου με την οικονομία της περιοχής, λιμάνι για το οποίο έτσι ή αλλιώς δεν υπάρχει καμία δέσμευση ότι εξετάζεται η υλοποίησή του και

• δεν έχει τοποθετηθεί για το θέμα αυτό κανένα άλλο υπουργείο από όσα σχετίζονται είτε με το χωροταξικό σχεδιασμό (ΥΠΕΧΩΔΕ) είτε με τους τομείς της οικονομίας που συνθέτουν το πρότυπο ανάπτυξης της περιοχής (Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, Τουριστικής Ανάπτυξης, Πολιτισμού)

Η Μεσαρά καλείται να τοποθετηθεί: θα αξιοποιήσει το πρότυπο ανάπτυξης που –επί τέλους- έχει θεσμοθετηθεί και που συνάδει και στηρίζει τις προσπάθειες δεκαετιών όλων εκείνων που, παρά τα εμπόδια, εργάστηκαν για ό,τι θετικό έχει προκύψει στον τόπο στην οικονομία και τον πολιτισμό; Θα συνεχίσει να αγωνίζεται για ποιοτικότερα αποτελέσματα; Ή θα υποκύψει στην απαισιοδοξία, στις ισοπεδωτικές για τις τοπικές ιδιαιτερότητες και ταυτότητες λογικές και στα εκβιαστικά διλήμματα των παγκόσμιων αγορών;

Βάννα Σφακιανάκη
Αρχιτέκτων